Κάθε χρόνο τέτοια εποχή ανοίγει η δημόσια συζήτηση για το αν και κατά πόσο οι εμβολιασμοί ενηλίκων είναι απαραίτητοι και αν, όντως, συμβάλλουν στην προάσπιση της δημόσιας υγείας.
Την απάντηση δίνουν πολλές επιστημονικές μελέτες, σε συνδυασμό με την καθημερινή κλινική πράξη και την εμπειρία πολλών ετών.
Οι εμβολιασμοί ενηλίκων είναι επένδυση στην πρόληψη για μια ανθεκτική και βιώσιμη κοινωνία.
Την ώρα που οι καθημερινές προκλήσεις για τη δημόσια υγεία διεθνώς είναι πολλές, το ζήτημα αναδεικνύεται ως μείζον.
Εμβολιασμοί ενηλίκων: Η σημασία τους για τη δημόσια υγεία
Πολλές ασθένειες του παρελθόντος έχουν κυριολεκτικά εξαφανιστεί λόγω των εμβολιασμών. Όμως η γήρανση του πληθυσμού, οι νέες λοιμώξεις, οι ανισότητες στην πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη και οι πιέσεις – ενίοτε ασφυκτικές – στα δημόσια συστήματα υγείας δημιουργούν ένα σύνθετο σκηνικό, που απαιτεί τη λήψη άμεσων αποφάσεων και ενεργειών.
Σε αυτό το πλαίσιο, η επένδυση στην πρόληψη μέσω του εμβολιασμού δεν αποτελεί απλώς μια ιατρική πρακτική, αλλά μια πολυδιάστατη στρατηγική κοινωνικής ανθεκτικότητας.
Άλλωστε οι εμβολιασμοί δεν αφορούν μόνο στην εξάλειψη συμπτωμάτων και νόσων, ούτε μόνο στην εξοικονόμηση δαπανών. Συμβάλλουν στη βιωσιμότητα των συστημάτων υγείας και στην ενίσχυση της παραγωγικότητας των κοινωνιών.
Επένδυση στη δημόσια υγεία
Θα έλεγε κανείς ότι το success story της χορήγησης εμβολίων στα παιδιά είναι αρκετό για να αποδείξει τη δύναμη και τη σπουδαιότητα της πρόληψης.
Ωστόσο, τα στοιχεία είναι μάλλον αποκαρδιωτικά. Όπως διαπιστώνεται, η εμβολιαστική κάλυψη των ενηλίκων παραμένει σε χαμηλά επίπεδα, αφήνοντάς τους εκτεθειμένους σε σοβαρές νόσους με δυνητικές επιπλοκές, όπως η γρίπη, ο πνευμονιόκοκκος, ο έρπης ζωστήρας και ο αναπνευστικός συγκυτιακός ιός (RSV).
Αυτοί, που κινδυνεύουν περισσότερο, είναι οι ηλικιωμένοι και όσοι ζουν με κάποιο χρόνιο νόσημα.
Από όλα αυτά συνάγεται ότι ο εμβολιασμός των ενηλίκων δεν είναι μια επιλογή πολυτέλειας, αλλά μια κρίσιμη επένδυση χαμηλού κόστους και υψηλής απόδοσης.
Περιορίζει τη νοσηρότητα, μειώνει τις εισαγωγές στα νοσοκομεία και στις ΜΕΘ, προστατεύει τους πολίτες από τυχόν επιπλοκές, που μπορεί να επηρεάσουν δυσμενώς την καθημερινότητά τους. Παράλληλα ενισχύει την κοινωνική συνοχή, διατηρώντας τους ηλικιωμένους ενεργούς και ανεξάρτητους.
Προς ένα Εθνικό Σχέδιο Δράσης
Η εμπειρία της πανδημίας απέδειξε πόσο καθοριστική είναι η προετοιμασία και η συντονισμένη δράση. Η δημιουργία ενός Εθνικού Σχεδίου Δράσης για τον Δια Βίου Εμβολιασμό αποτελεί τη φυσική εξέλιξη αυτής της συνειδητοποίησης.
Ένα τέτοιο σχέδιο μπορεί να εξασφαλίσει ενιαία πρόσβαση σε εμβόλια για όλες τις ηλικιακές ομάδες, να ενισχύσει τη συλλογή και την ανάλυση δεδομένων μέσα από ψηφιακές πλατφόρμες, και να επιτρέψει την καλύτερη αξιολόγηση της εμβολιαστικής κάλυψης του πληθυσμού.
Παράλληλα είναι απαραίτητο να ενταθούν οι εκστρατείες ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης των πολιτών, καθώς και των επαγγελματιών υγείας.
Η αλλαγή νοοτροπίας, με τον εμβολιασμό ενηλίκων να θεωρείται αυτονόητο μέρος της φροντίδας υγείας, μπορεί να αποτρέψει πλήθος περιπτώσεων σοβαρής νόσησης και να μειώσει το πίεση στα εθνικά συστήματα υγείας.
Η επένδυση στην υγεία είναι επένδυση στο μέλλον
Όπως αναγνωρίζει η Ατζέντα Εμβολιασμού 2030 του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ), τα εμβόλια αποτελούν βασικό ανθρώπινο δικαίωμα και επένδυση στην κοινωνική ανθεκτικότητα.
Οι χώρες, που έχουν επενδύσει σε πολιτικές πρόληψης, αποδείχθηκαν περισσότερο έτοιμες να αντιμετωπίσουν κρίσεις δημόσιας υγείας, όταν χρειάστηκε.
Η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να βρεθεί ψηλά στην κατάταξη μεταξύ των κρατών που πρωτοπορούν στον τομέα της πρόληψης, ακολουθώντας τις διεθνείς τάσεις.
Με μια ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική και με συλλογική ευθύνη, ο εμβολιασμός μπορεί να αποτελέσει την κινητήρια δύναμη ενός πιο υγιούς, πιο ανθεκτικού και πιο βιώσιμου μέλλοντος.

















